
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΟΙ ΓΑΤΕΣ
Κι ήτανε λέει κάποτε μία γυναίκα με χίλιες και βάλε γάτες. Καμάρωναν παντού στο σπίτι της σε κάδρα, σε αφίσες, μπόλικα ξύλινα ομοιώματα, ελάχιστα πήλινα, τρία θαρρώ ήταν τα πορσελάνινα. Και όσες περίσσευαν βρήκανε απάγκιο στο μυαλό της.
Ένας τρελός συνωστισμός αιλουροειδών που κάποτε όλα μαζί νιαούριζαν, άλλοτε ούρλιαζαν σαν να’ ταν ο καιρός του ζευγαρώματος, γουργούριζαν και πού πού ημέρευαν και ξέχναγε σχεδόν πως τις φιλοξενούσε.
Γεννήθηκαν πολλά χρόνια πριν στο πιο τρυφερό δωμάτιο του μυαλού της και λίγο λίγο απώθησαν τη μοναξιά που’ τανε πάντοτε η σκιά της. Αν το μυαλό έχει πολλά δωμάτια, μικρά, μεγάλα ή μεσαία ούτε εκατοστό απ’ αυτά δεν έμενε ακάλυπτο. Η γυναίκα δεν ήξερε να συντροφεύει παρά μόνο με τα γατιά της. Άρχισε να μαζεύει σιγά σιγά την τεράστια γατοοικογένειά της, άλλες γάτες ασάλευτες γύρω της, άλλες λαλίστατες εντός της κι ούτε λεπτό δεν ένιωθε πια μονάχη. Κι ήτανε όλες τους βολικές, δεν πείναγαν, δεν αρρώσταιναν, δεν άλλαζαν χαρακτήρα. Οι του μυαλού ήτανε άπειρα θορυβώδεις μα είχε μάθει πια να ζει με τα ξελαρυγγίσματά τους.
Μια μέρα όπως οι άλλες μα που και σε τίποτα δεν τις θύμιζε, άκουσε έναν ήχο ανεπαίσθητο έξω απ’ την πόρτα της. Ποτέ κανένας δεν ερχόταν και αυτό καθόλου δεν της έλειπε μα να που για όλα υπάρχει μια πρώτη φορά σκέφτηκε ανάμεσα στα νιαουρίσματα που αγρίευαν όσο συνέχιζαν οι ήχοι στο κατώφλι. Τι να’ τανε, κανένας δε μιλούσε, γάτας δεν έμοιαζε φωνή ούτε άλλου ζώου το βραχνό παράπονο, ανθρώπινη φωνή, γέλιο ή κλάμα δεν της θύμιζε και ας είχε χρόνια να ακούσει.
Προχώρησε αργά με την καρδιά της να κοπανάει αλύπητα το στήθος της και μισοάνοιξε την πόρτα με τα ουρλιαχτά απ’ τις γάτες στο κεφάλι της να έχουν βαλθεί να σπάσουνε το φράγμα του ήχου. Έβγαλε λίγο το κεφάλι της και …τίποτα. Δεν ήτανε κανείς. Άνοιξε την πόρτα πιο πολύ και τότε το είδε. Ένα γατάκι ασπρουλιάρικο με μαύρες ρίγες, πιο πολύ ζεβράκι θύμιζε, ένα γατάκι πιο μικρό από τη χούφτα της, γύριζε πότε απ’ τη μια και πότε απ’ την άλλη στο χαλάκι της εισόδου, πάλευε να σηκωθεί και ξαναέπεφτε, έψαχνε ανύπαρκτες γι’ αυτό εικόνες με το τυφλό του βλέμμα. Ένα γατάκι νεογέννητο, με σάρκα και οστά πώς και από πού ξεμύτισε στο ήρεμο βασίλειό της;
Ένας βαθύς, πρωτόγνωρος τρόμος τύλιξε τη γυναίκα σα σεντόνι από την κορφή ως τα νύχια. Τι ήταν τώρα αυτό, τι ήθελε από εκείνη, ποιος της το’ στειλε; Τι να το έκανε; Δεν ήξερε από φροντίδα ζωντανών πλασμάτων.
Ήτανε μαθημένη με τις γάτες του μυαλού και τις ασάλευτες του σπιτιού της. Μπορεί να το παράκαναν οι πρώτες σε τσιρίδες και οι άλλες σε εσωστρέφεια όμως ήξερε τι ζητούσαν και τι μπορούσαν να προσφέρουν. Κι εκείνη άλλο δε ζήταγε από την πολυπληθή μοναξιά της.
Το γατάκι όμως κατάφερε και γλίστρησε σχεδόν τσουλώντας το ατροφικό κορμάκι του μέσα στο σπίτι της όσο αυτή έτρεμε από το κρύο και την ταραχή στην είσοδο. Οι παλμοί της ανηφόριζαν κι άλλο τη στιγμή που έσκυβε για να κοιτάξει από κοντά αυτό το πλάσμα, το μόνο ζωντανό που είχε περάσει το κατώφλι της από τότε που θυμόταν τον εαυτό της.
Στεκόταν απέναντί του καθισμένη κούκου και σκεφτόταν πώς θα το ανάγκαζε να βγει από την πόρτα που ακόμη έχασκε ανοιχτή στον βορινό αέρα χωρίς να το πιάσει, της ήταν αδύνατον να το αγγίξει, ήταν σίγουρη πως αν το άγγιζε, κάτι που ούτε να το σκεφτεί καλά καλά δεν μπορούσε, μια συντέλεια θα γινόταν στο μικρό της σύμπαν, μια απώλεια, κάτι θα έχανε οριστικά και αμετάκλητα με τον πιο επώδυνο τρόπο, ναι αλλά τι, τι θα έχανε συλλογιζόταν, τι αν έχανε θα την πονούσε και θα την μεταμόρφωνε σε ένα μικρό σκουπιδάκι που θα σφάδαζε από τους πόνους, αν έχανε τι λοιπόν; Τι φοβόταν τόσο πολύ να χάσει;
Το γατάκι δεν είχε απαντήσεις, είχε όμως θάρρος περισσό και τύχη και με ένα μικρό σάλτο που δε θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πως θα’ βρισκε τη δύναμη να κάνει, βρέθηκε πάνω της, τρύπωσε στην ανοιχτή της μασχάλη, γραπώθηκε από τη ζακέτα της και έμεινε εκεί ακίνητο. Ήτανε τόσο ανυπεράσπιστο και τόσο εύπιστο το καημένο κι εκείνη σκέφτηκε πως θα έφτανε να κολλήσει το μπράτσο της στα πλευρά της, να σφίξει το μπράτσο της κολλημένο στα πλευρά της για μερικά λεπτά, πόσα, πόσα λεπτά θα ήταν αρκετά για να μείνει αυτό το ενοχλητικό γατάκι πραγματικά ακίνητο πάνω της; Δε θα ήταν ποτέ σίγουρη αν δε δοκίμαζε, έπρεπε να δοκιμάσει πριν εκείνο γλιστρήσει και βρεθεί κάπου αλλού, γιατί τότε τα πράγματα θα γίνονταν δυσκολότερα, έπρεπε να κολλήσει το μπράτσο της στα πλευρά της κι εκείνο σιγά σιγά θα σταματούσε να βγάζει αυτές τις μικρές φωνούλες, να αναπνέει ρυθμικά, θα έμενε ακίνητο, μα ήταν ακίνητο σκέφτηκε, δεν ήταν και τόσο ζωηρό πια όπως φώλιαζε πάνω της.
Ήταν αρκετά ακίνητο, μήπως έφτανε να είναι τόσο ακίνητο; Στο κάτω κάτω η ανάσα του τη γαργαλούσε κι έκανε τις τρίχες στη μασχάλη της να ριγούν λες και ετοιμάζονταν για γιορτή. Και το ρίγος αυτό ταξίδευε στο δέρμα της και όλο το κορμί της ήταν πια σε ετοιμότητα για κάποιου είδους γιορτή, είχε ακουστά για τις γιορτές και ας μην είχε ποτέ γιορτάσει, κάπως έτσι θα ένιωθε κανείς στην προετοιμασία τους, ήταν σίγουρη.
Το γατάκι κουνήθηκε, το ρίγος δυνάμωσε, η γιορτή σίμωσε. Ένιωσε ξάφνου το κορμί της πιο ρευστό, λες και στις φλέβες της κυκλοφορούσε πια μέλι ανάκατο με αίμα. Το γατάκι γουργούρισε και τότε σκέφτηκε πως δεν έπρεπε να κολλήσει το μπράτσο της στα πλευρά της, τι ανόητη σκέψη, αφού και οι γάτες στο μυαλό της γουργούριζαν και μάλιστα πιο δυνατά, σχεδόν εκκωφαντικά πολλές φορές, ήταν μήνες τώρα που ένιωθε την ακοή της εξασθενημένη.
Άνοιξε τη χούφτα της και το γατάκι βρέθηκε μέσα πριν προλάβει να σκεφτεί τι έκανε και για ποιον λόγο, πριν προλάβει να αλλάξει γνώμη ή κίνηση.
Τώρα περπατούσε πάνω της με μια παράξενη άνεση, λες και έμαθε ξαφνικά να βαδίζει σαν ώριμο γατί, χωρίς να σκουντουφλάει και να φοβάται. Η γυναίκα έκλεισε τα μάτια και παραδόθηκε σε αυτή την καινούρια γιορτή. Στο σπίτι της είχε ζέστη, γάλα, ένα καλάθι που δεν είχε χρησιμέψει ποτέ σε τίποτα, μερικά κουβάρια από μαλλί σε διάφορα χρώματα.
Στο κάτω κάτω ένα γατάκι ακόμη ήταν, ένα γατάκι ακόμη μαζί με τις χίλιες και βάλε γάτες, σίγουρα δε θα άλλαζε τίποτα, ένα γατάκι ακόμη δε θα πείραζε, τι πείραζε που ήταν ζωντανό ε; Όλα μαθαίνονται κάπου το είχε ακούσει αυτό, όλα μαθαίνονται, ε λοιπόν θα μάθαινε να ζει και μαζί του.
Ρία Φελεκίδου