Η ΒΑΛΙΤΣΑ, ποίημα

 

 

Η ΒΑΛΙΤΣΑ

 

Ξέρω να κρατώ τη βαλίτσα

Τις ίδιες ώρες καθημερινά

Την ίδια τακτική ακολουθώντας

Πάντα έτοιμη για την ανάδραση

ήγουν το σήμα πριν τη φυγή

Έτσι παραμένω αδρανής

Κατά κάποιον τρόπο υγιής

Ο φόβος άριστο μονωτικό της ζωής

 

-Φυσικά καμία ανάφλεξη στο κατώφλι-

 

Σφίγγω τη βαλίτσα

Μέχρι να ασπρίσουν τα δάχτυλα

Μετράω από μέσα μου τις εποχές

Τις ευλογίες κάποτε

Τα γένια του Θεού ένα ένα

Στα κενά της μνήμης δροσίζομαι

«Όσο πιο βαθιά» ακούγονται κραυγές

Που δε γνωρίζω

 

-Στο μεταξύ καμία ανάφλεξη στο κατώφλι-

 

Σφίγγω ακόμη πιο δυνατά

Οι βαλίτσες δεν πονάνε

Στα πατάρια δε μεγαλώνουν

Ανήμπορα νέες αναστενάζουν

Ούτε μια ιστορία να αφηγηθούν

από ξημερώματα σε βρώμικα τρένα

ή βροχές σε ιστορικές πρωτεύουσες

ή έναν έρωτα στα απολεσθέντα αεροδρομίων

 

-Και ακόμη καμία ανάφλεξη στο κατώφλι-

 

Τα χέρια μου γίνονται μέγγενη στο χερούλι της

Της μιλάνε σε άγνωστη γλώσσα

Δε συναντιόμαστε σε κανέναν κώδικα

Όλοι οι τόποι είναι στοιχειωμένοι

Ξέρω πως στις γειτονιές αόρατος κόβει βόλτες

για τις ζωές και το λαμπρό μας μέλλον

τυφλός και αδιάβαστος

Η βαλίτσα μου διαλύεται στα εξ ων συνετέθη

 

Τώρα στο κατώφλι ταξιδεύει μια έκπαγλη σκόνη

Βάζει φωτιά στο πιο αθώο επανιδείν

κι η πόρτα μένει ανοιχτή για καθαρό αέρα.

 

Δε φεύγει κανείς.

 

Ρία Φελεκίδου (Ανέκδοτο, κατοχυρωμένο)

 

Αφήστε ένα σχόλιο