
ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΜΑΘΗΤΡΙΑΣ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ (13 και 14 Σεπτεμβρίου 2020)…
«Επιτέλους σχολείο! Σχολείο, σχολείο σχολείο!» τσίριζα με όλη μου τη δύναμη ξανά και ξανά, μέχρι που το σαλόνι μας μύρισε ολόιδια με τον μαρκαδόρο της κυρίας όταν χύνεται έξω το μελάνι και κάνει μπλε τα χέρια της και βιάζεται να βγάλει το δαχτυλίδι και τη βέρα.
Μέχρι που στο παρκέ μας έβλεπα τσάντες σχολικές σε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου.
Μέχρι που τα αυτιά μου βούιζαν απ’ το κλάμα του Ανέστη που κάθε τρεις και λίγο θυμάται πως θέλει κάτι που το έχει στο σπίτι του κι έτσι πρέπει να γυρίσει αλλά όχι όταν πάμε όλοι, πολύ πριν σχολάσουμε.
Μέχρι που τα δάχτυλα της Λητώς άρχισαν από βαρεμάρα να ζωγραφίζουν την πλάτη μου. Μέχρι που το σάλιο μου είχε τη γεύση του τραγανού κουλουριού του κυλικείου μας.
Η μα-μά μου και ο μπα-μπάς μου δεν πίστευαν στα αυτιά τους. Θα σκέφτονταν πού τη βρήκα τόση όρεξη για το σχολείο, είμαι σίγουρη.
Η μα-μά μου και ο μπα-μπάς μου περιμένουν πάντα να γίνει αυτό ακριβώς που έχουν στο μυαλό τους. Και στο μυαλό τους έχουν αυτό που έχουν δει να γίνεται μέχρι τότε και μέχρι ακριβώς να πρέπει να ξαναβάλουν στο μυαλό τους τι θα γίνει ύστερα. Μοιάζει μπερδεμένο αλλά δεν είναι.
Έτσι ακριβώς την πάτησαν τη μέρα που αποφάσισα να σταματήσω να τους φωνάζω απλώς μαμά και μπαμπά αλλά άρχισα να συλλαβίζω τις λέξεις και να τονίζω το ίδιο και τις δύο συλλαβές.
«Τώρα γιατί αυτό; Πώς;» με ρωτούσε συνέχεια ο μπαμπάς κι ύστερα «Μα δεν το ξεπεράσαμε; Τον συλλαβισμό εννοώ» έπαιρνε σειρά η μαμά.
Τότε τους είπα για τον Ουαλί που ήρθε στο σχολείο και στην αρχή τονίζει όλες τις συλλαβές και η κυρία τον αφήνει να το κάνει στις καινούριες λέξεις και το κάνουμε έπειτα όλοι σαν παιχνίδι. Μόνο στις καινούριες και μόνο στην αρχή. Ύστερα αλλάζει το παιχνίδι και διαλέγουμε μία συλλαβή να τονίζουμε. Συνήθως τη σωστή. Εμένα όμως μου άρεσε το παιχνίδι με τις λέξεις μα-μά και μπα-μπάς και το κράτησα για πάντα. Ή μέχρι να βαρεθώ τέλος πάντων που κρατάει λιγότερο από το πάντα γιατί βαριέμαι κι εύκολα.
……………………………………………………………………………………………………………………………….
Έτσι χαρούμενη πήγα στο σχολείο και είδα όλους τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές μου και ήθελα να αγκαλιαστούμε αλλά η κυρία μας είπε πως δεν έκανε και μουτρώσαμε αλλά τι να κάνουμε, ξέρουμε πολύ καλά πως ένας παλιοϊός με κορώνα φταίει για όλα και έτσι χαιρετηθήκαμε από μακριά, μέχρι που μπήκαμε στην τάξη και καθίσαμε και οι 26 στα θρανία κι εκεί ήμασταν πια πολύ κοντά γιατί κι η τάξη μας δεν είναι μεγάλη κι έτσι ήμασταν σχεδόν αγκαλιά έτσι κι αλλιώς.
Πήραμε και τις καινούριες μάσκες, γιατί όλη μέρα πρέπει να φοράμε μάσκα στο σχολείο και ήταν σούπερ, τόσο μεγάλες που χωρούσαμε δυο σε μία αλλά όταν πήγαμε να το δοκιμάσουμε η κυρία άρχισε να φωνάζει.
«Κυρία μη στεναχωριόσαστε» της είπα όταν την είδα να κοκκινίζει μόλις ανοίξαμε τις μάσκες και είδε πόσο μεγάλες είναι, «θα τις κόψουμε στη μέση και θα’ χουμε δύο αντί για μία». Της είπα ψέματα γιατί η μαμά και ο μπαμπάς μου δεν τα καταφέρνουν και πολύ με τη ραπτική αλλά δε μου αρέσει καθόλου να βλέπω λυπημένη την κυρία μου. Μπορεί να κόψω και να ράψω εγώ τη μάσκα μου.
Αν προσπαθήσω μπορεί να βγουν και τρεις από τη μία, τόσο μεγάλη είναι!
ΚΑΛΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ!