
Τα τρία φαντάσματα
Το πρώτο φάντασμα
Μ’ ορμήνεψε να πάρω μαζί μου βαλίτσα
Κατάλληλη για τα τετελεσμένα
Μιας ζωής κανονικής.
Ύφασμα υπερανθεκτικό ανυπερθέτως
Ικανό να μάχεται
Τη διαβρωτική ισχύ του ληγμένου χρόνου.
Να συμμαζεύει τους ροζ λεκέδες
Μιας προδομένης εποχής
Ταγγισμένης απ’ τη φορμόλη.
Ας δούμε, είπα.
Και στράφηκα σ’ εκείνη τη μικρή μάγισσα
Την άπλωρη, την άωρη, την άμοιρη.
Ήτανε κάποτε εγώ
Τώρα ένα βουβό συντρίμμι
Στη ντουλάπα με τα εφηβικά θαύματα.
Το δεύτερο φάντασμα
Σούφρωσε τα φρύδια
Σφηνώθηκε με τρόπο εξόχως περίεργο
Ανάμεσα στη ντουλάπα και τον διάδρομο.
Ήταν ο καινούριος δρόμος μου
Πιτσιλωτός φως
Ένα λεοπάρ αστεριών
Υποσχέσεων.
Με σφιγμένες γροθιές
Δεν αδράχνεις ουρανό.
Έτσι μου είπε συλλαβιστά.
Λες κι έδινε χρησμό
Και το κατάπιε ο καιρός
Έτσι είπα εγώ
Καθώς το’ βλεπα
Να λιγναίνει να λιγναίνει να λιγναίνει
Έμεινε στο κορμί μιας ευθείας
Να μην βλέπω ότι υπάρχει
Να θυμάμαι ότι υπάρχει
Πόσο αναιμικά τα δώρα του
Πόσο καίει το σύθαμπο
Της ημιτελούς απώλειας.
Το τρίτο φάντασμα
Φτιάξ’ το όπως θέλεις
Δηλαδή φτιάξε με όπως θέλεις
Το άκουσα καθαρά να μου επιτρέπει.
Άρχισα να ψαχουλεύω λοιπόν
Ένα ραγισμένο σκοτάδι
Ένα ομοίωμα ζωής
Ρανίδες προσευχής
Ένα γερασμένο παιδί
Αυτά είχα, έτσι πορεύτηκα.
Αυτό έπραξα.
Ξόδεψα στο μέλλον μου
Όση ελευθερία του ανήκε.